σαρκωτικός

-ή, -ό / σαρκωτικός, -ή, -όν, ΝΑ [σαρκῶ]
αυτός που συντελεί στην ανάπτυξη σαρκών, σαρκοπλαστικός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαρκωτικός — making flesh grow masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκωτικά — σαρκωτικός making flesh grow neut nom/voc/acc pl σαρκωτικά̱ , σαρκωτικός making flesh grow fem nom/voc/acc dual σαρκωτικά̱ , σαρκωτικός making flesh grow fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκωτικώτερον — σαρκωτικός making flesh grow adverbial comp σαρκωτικός making flesh grow masc acc comp sg σαρκωτικός making flesh grow neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκωτικῶν — σαρκωτικός making flesh grow fem gen pl σαρκωτικός making flesh grow masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκωτικόν — σαρκωτικός making flesh grow masc acc sg σαρκωτικός making flesh grow neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκωτικαῖς — σαρκωτικός making flesh grow fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκωτικαί — σαρκωτικός making flesh grow fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκωτικοῖς — σαρκωτικός making flesh grow masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκωτικοῦ — σαρκωτικός making flesh grow masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκωτικῇ — σαρκωτικός making flesh grow fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.